Πουρνάρι (Quercus coccifera): Αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο, ανθεκτικό στην ξηρασία και στους ανέμους. Κυριαρχεί σε πετρώδεις πλαγιές και φτωχά εδάφη. Στην παραδοσιακή ζωή χρησιμοποιούνταν για καυσόξυλα και για τη δημιουργία φυσικών φρακτών. Αποτελεί σημαντικό καταφύγιο για μικρά ζώα και πουλιά.
Βελανιδιά (Δρυς): Φυλλοβόλο δέντρο, σύμβολο αντοχής και μακροζωίας. Σχηματίζει αραιά δάση και δίνει σκιά και σταθερότητα στο έδαφος. Τα βελανίδια χρησιμοποιούνταν παλιότερα για ζωοτροφή, ενώ το ξύλο της ήταν πολύτιμο για κατασκευές.
Πλάτανος (Platanus orientalis): Δέντρο άρρηκτα συνδεδεμένο με το νερό. Αναπτύσσεται κατά μήκος ρεμάτων, πηγών και βρυσών. Προσφέρει σκιά, δροσιά και φυσικά περάσματα στα μονοπάτια. Κάτω από πλατάνια γίνονταν στάσεις, συναντήσεις και ξεκούραση.
Ελιά (Olea europaea): Δέντρο-σύμβολο του μεσογειακού τοπίου. Καλλιεργούμενη αλλά και αυτοφυής, συνοδεύει τους οικισμούς και τα μονοπάτια. Η ελιά συνδέεται με την αυτάρκεια, τη διατροφή και την οικονομία της υπαίθρου.
Κουτσουπιά (Cercis siliquastrum): Φυλλοβόλο δέντρο που ανθίζει νωρίς την άνοιξη με έντονα ροζ άνθη, πριν ακόμη βγάλει φύλλα. Συχνά συναντάται κοντά σε οικισμούς και παλιά μονοπάτια. Το άνθισμά της σηματοδοτεί την αλλαγή της εποχής.
Καρυδιά (Juglans regia): Η καρυδιά είναι φυλλοβόλο δέντρο που συναντάται κυρίως κοντά σε οικισμούς, αυλές, χωράφια και σημεία με επάρκεια νερού. Προτιμά βαθιά και σχετικά υγρά εδάφη και γι’ αυτό συχνά φυτευόταν κοντά σε πηγές, ρεματιές ή στέρνες. Ξεχωρίζει για τον πυκνό ίσκιο που προσφέρει τους θερινούς μήνες και για τον καρπό της, τα καρύδια, που αποτελούσαν βασικό στοιχείο της παραδοσιακής διατροφής. Η συγκομιδή τους το φθινόπωρο ήταν σημαντική εποχική εργασία, συνδεδεμένη με την αποθήκευση τροφής για τον χειμώνα.
Ασφάκα (Phlomis fruticosa): Πολυετές θαμνώδες φυτό της μεσογειακής υπαίθρου, ιδιαίτερα ανθεκτικό και προσαρμοσμένο στα φτωχά, πετρώδη εδάφη. Απαντά συχνά σε πλαγιές, παλιές καλλιέργειες, άκρες μονοπατιών και ανοιχτές εκτάσεις, όπου το έδαφος δέχεται έντονο ήλιο. Ξεχωρίζει από τα γκριζοπράσινα, χνουδωτά φύλλα της και τα έντονα κίτρινα άνθη που εμφανίζονται την άνοιξη και τις αρχές του καλοκαιριού. Η ανθοφορία της σηματοδοτεί τη μετάβαση από την άνοιξη προς το καλοκαίρι και δίνει χρώμα στο κατά τα άλλα ξηρό τοπίο. Η ασφάκα λειτουργεί ως δείκτης εγκατάλειψης ή ανάπαυσης της γης, καθώς εξαπλώνεται σε χωράφια που δεν καλλιεργούνται πια. Παράλληλα, προσφέρει καταφύγιο σε έντομα και μικρά ζώα και συμβάλλει στη σταθεροποίηση του εδάφους. Λέγεται ότι τα πρώτα σπίτια στο Ρίπεσι είχαν «πατερά» από ασφάκες, θέλοντας να δείξουν ότι το μέρος ήταν ακατοίκητο και οι ασφάκες δεν ήταν απλώς θάμνοι, αλλά δέντρα!
Κρόκοι (Crocus spp.): Μικρά βολβώδη φυτά που ανθίζουν το φθινόπωρο ή νωρίς την άνοιξη. Εμφανίζονται σε λιβάδια και ανοιχτές εκτάσεις και είναι από τα πρώτα σημάδια αναγέννησης της φύσης.
Μανουσάκια: Το ευωδιαστό λουλούδι του Ιανουαρίου που έχει γίνει τραγούδι.
Καλέντουλες (Calendula spp.): Φωτεινά πορτοκαλοκίτρινα άνθη που ανθίζουν για μεγάλο διάστημα. Χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά για φαρμακευτικές και καλλυντικές χρήσεις.
Κρίνα (Lilium / Pancratium): Εντυπωσιακά άνθη που εμφανίζονται εποχικά σε λιβάδια και άκρες μονοπατιών. Συνδέονται με καθαρότητα και το νερό, συχνά κοντά σε υγρές ζώνες. Μωβ και λευκά συλλέγονται για τον στολισμό του Επιταφίου το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής.
Οβριές: Λεπτοί και τρυφεροί βλαστοί που μοιάζουν με σπαράγγια, αλλά είναι πιο λεπτοί και πιο ευλύγιστοι. Φυτρώνουν σε άκρες μονοπατιών, πετρώδη εδάφη και θαμνώδεις περιοχές, συχνά εκεί όπου το έδαφος παραμένει υγρό τον χειμώνα. Συλλέγονται νωρίς την άνοιξη, πριν σκληρύνουν, και αποτελούσαν παραδοσιακά ένα από τα πρώτα φρέσκα χόρτα μετά τον χειμώνα. Οι οβριές καταναλώνονταν μαγειρεμένες, συνήθως βραστές ή σε ομελέτες, και συνδέονται με τη γνώση του τόπου και την εποχική διατροφή. Η παρουσία τους στα Νεροπάτια φανερώνει τη στενή σχέση του μονοπατιού με την καλλιεργήσιμη γη και τις μεταβατικές ζώνες ανάμεσα στο χωράφι και το φυσικό τοπίο. Είναι φυτά που δεν καλλιεργούνται, αλλά εμφανίζονται εκεί όπου το έδαφος και ο χρόνος το επιτρέπουν.
Σπαράγγια (Asparagus acutifolius): Αγκαθωτό φυτό με τρυφερούς βλαστούς την άνοιξη. Η συλλογή τους αποτελεί ακόμη και σήμερα εποχική πρακτική.
Λέχουρδες (Chenopodium album): Αγριόσκορδα που χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως βασικό στοιχείο της τοπικής διατροφής.
Ζοχοί (Sonchus): Εύκολα αναγνωρίσιμα χόρτα, πλούσια και ανθεκτικά. Συλλέγονταν ευρέως και καταναλώνονταν βραστά ή σε πίτες.
Ραδίκια και «λάχανα»: Στην περιοχή της Κεφαλόβρυσης (Ρίπεσι), τα ραδίκια και γενικότερα τα βρώσιμα άγρια χόρτα αναφέρονται συχνά απλώς ως «λάχανα». Η λέξη δεν περιγράφει ένα συγκεκριμένο φυτό, αλλά όλα τα χόρτα που μπορούν να μαζευτούν και να καταναλωθούν. Ο όρος προέρχεται από τη φράση «ό,τι λάχει» - ό,τι βρει κανείς στο χωράφι, στο λιβάδι ή στην άκρη του μονοπατιού, ανάλογα με την εποχή. Ραδίκια, ζοχοί, άγρια λάχανα και άλλα χόρτα μπαίνουν όλα στην ίδια κατηγορία, χωρίς αυστηρούς διαχωρισμούς. Η συλλογή τους γινόταν κυρίως τον χειμώνα και την άνοιξη και αποτελούσε βασικό στοιχείο της καθημερινής διατροφής. Τα «λάχανα» βράζονταν, γίνονταν πίτες ή συνοδεύονταν απλά με λάδι και λεμόνι, συνδέοντας άμεσα το τοπίο με το τραπέζι.
Ρίγανη (Origanum vulgare / Origanum onites): Η ρίγανη είναι πολυετές αρωματικό φυτό της μεσογειακής υπαίθρου, που ευδοκιμεί σε ξηρές, πετρώδεις πλαγιές και ανοιχτά σημεία με έντονη ηλιοφάνεια. Είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα φυτά του ελληνικού τοπίου, τόσο για το άρωμά της όσο και για τη χρήση της. Στην περιοχή της Κεφαλόβρυσης (Ρίπεσι) συναντάται αυτοφυής, συχνά κοντά σε μονοπάτια και παλιές καλλιέργειες. Συλλέγεται το καλοκαίρι, την περίοδο της ανθοφορίας, και αποξηραίνεται για χρήση στη μαγειρική. Η ρίγανη αποτελεί βασικό καρύκευμα της παραδοσιακής διατροφής. Πέρα από τη γαστρονομική της αξία, χρησιμοποιούνταν και ως βότανο για αφεψήματα, ενώ θεωρείται φυτό ανθεκτικό που συνδέεται με την αυτάρκεια και τη λιτότητα της ζωής στην ύπαιθρο.
Φασκόμηλο (Salvia fruticosa): Το φασκόμηλο είναι πολυετές αρωματικό φυτό της μεσογειακής υπαίθρου, ανθεκτικό στην ξηρασία και προσαρμοσμένο σε πετρώδη, φτωχά εδάφη. Συναντάται σε πλαγιές, ανοιχτές εκτάσεις και άκρες μονοπατιών, κυρίως σε σημεία με έντονη ηλιοφάνεια. Ξεχωρίζει για τα γκριζοπράσινα, μαλακά φύλλα του και τα ανοιχτόχρωμα άνθη του που εμφανίζονται την άνοιξη. Το άρωμά του είναι έντονο και χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα όταν τα φύλλα τρίβονται στο χέρι ή ζεσταίνονται από τον ήλιο. Στην περιοχή της Κεφαλόβρυσης (Ρίπεσι), το φασκόμηλο συλλεγόταν παραδοσιακά για την παρασκευή αφεψημάτων, κυρίως τον χειμώνα. Θεωρούνταν βότανο με ευεργετικές ιδιότητες και είχε θέση στο καθημερινό σπίτι, τόσο ως ρόφημα όσο και ως φυσικό απολυμαντικό. Η παρουσία του στα Νεροπάτια φανερώνει ξηρά και ανοιχτά τμήματα της διαδρομής, όπου η φύση ευδοκιμεί χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.